Ρωτήσαμε τρία γλωσσικά μοντέλα: «Πώς πήραν το όνομά τους τα Παλούκια Σαλαμίνας;».
Το ένα (ChatGPT) απάντησε με την επικρατούσα θεωρία: ελλείψει λιμανιού, οι ψαράδες έδεναν τα καΐκια τους σε πασσάλους (παλούκια) και αυτό υιοθετήθηκε ως τοπωνύμιο.
Ένιωσε όμως την ανάγκη να συμπληρώσει με δύο ακόμη θεωρίες: Η πρώτη, αφορούσε το παλούκωμα των Οθωμανών στους προδότες τους. Δεν είχαμε ακούσει ποτέ αυτή την εκδοχή, ψάξαμε και ρωτήσαμε και δε βρήκαμε σχετικές αναφορές. Δε μας φαίνεται ωστόσο τελείως απίθανη.
Τρικυμία εν Σαρωνικό
Η δεύτερη όμως μιλούσε για πασσάλους που στερέωναν τα καράβια τους τα ναυπηγεία της Σαλαμίνας, ιδίως μετά τη Ναυμαχία.
Αυτό μας φάνηκε ξεκάθαρη παραίσθηση (hallucination). Σιγουρευτήκαμε ότι πρόκειται για παραίσθηση όταν ο Claude (ένα άλλο μοντέλο) το παρουσίασε ως την πρώτη του απάντηση και το Gemini το πήγε ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας πως αρχαίοι Έλληνες τοποθέτησαν ξύλινους πασσάλους (παλούκια) στα στενά της Σαλαμίνας για να εμποδίσουν ή να καθοδηγήσουν τα περσικά πλοία κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας. Τρικυμία εν Σαρωνικώ δηλαδή!
Όχι μόνο δε βγήκαμε σοφότεροι από τις συνομιλίες, αλλά αρχίσαμε να αμφισβητούμε και όσα ξέρουμε. Αυτό το παράδειγμά όμως αναδεικνύει κάτι σημαντικό:
Πολλές λαϊκές γνώσεις και παραδόσεις εντοπίζονται σε παλιά βιβλία ή προφορικές αφηγήσεις, όχι σε ανοιχτές ψηφιακές βάσεις δεδομένων. Αν η λαογραφία δεν βρίσκεται εκεί, τα μοντέλα δεν θα τη “μάθουν”, άρα δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από τις επόμενες γενιές οι οποίες θα χρησιμοποιούν τις τεχνολογίες αυτές ως βασική πηγή γνώσης και σύνθεσης απαντήσεων. Και επειδή ακόμη η τεχνητή νοημοσύνη σπανίως λέει “δε γνωρίζω”, θα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να διαχωριστεί η αλήθεια από το θρύλο και ο θρύλος απο την παραίσθηση.
Ό,τι δεν ακούγεται, ξεχνιέται
Και αν κάποιες πτυχές της λαϊκής παράδοσης υποεκπροσωπούνται στο διαδίκτυο, άλλες πτυχές δεν υπάρχουν καν, όπως για παράδειγμα τραγούδια τοπικών κοινοτήτων: παραδοσιακά δημοτικά, παλιά ρεμπέτικα ή και μοιρολόγια ακόμα: υπάρχουν ως καταγραφές σε παλιά CD ή ακόμα και σε κασέτες, αλλά ελάχιστα έχουν ψηφιοποιηθεί. Ό,τι δεν ακούγεται όμως, δε λέγεται, δεν τραγουδιέται και τελικά ξεχνιέται.
Αυτό ισχύει ακόμη και για εκφράσεις από εξαφανιζόμενες διαλέκτους (π.χ. Τσακώνικα, Καππαδοκικά ή τα Αρβανίτικα) ή παροιμίες και ευχές που λέγονταν σε συγκεκριμένες περιστάσεις (γάμους, γεννήσεις, πανηγύρια). Αφηγήσεις ακόμη γύρω από ιστορικά γεγονότα που έχουν έντονο το στοιχείο της προφορικής καταγραφής, όπως η Μικρασιατική καταστροφή, η εισβολή της Κύπρου. Για θέματα όπως αυτά υπάρχουν μεν βιβλία και περιοδικά, το περιεχόμενο των οποίων όμως δεν εχει ψηφιοποιηθεί.
Οι παραδοσιακές τέχνες
Πολλές παραδοσιακές τεχνικές οικοδομής, ξυλουργικής και χειροτεχνίας παραμένουν ζωντανές μόνο μέσα από την προφορική παράδοση και τη μαθητεία πάνω στη δουλειά, χωρίς να έχουν καταγραφεί ή μεταφερθεί στον ψηφιακό κόσμο. Στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική, οι τεχνικές τοιχοποιίας και ξυλουργικής, όπως οι ξυλοδεσιές—ο συνδυασμός ξύλου και πέτρας που συναντάται στην Ήπειρο—ή τα καφασωτά παράθυρα των αρχοντικών της Καστοριάς, είναι γνώσεις που σιγά-σιγά χάνονται.
Αντίστοιχα, παραδοσιακές τέχνες όπως η ύφανση, η κεραμική και η κατασκευή μουσικών οργάνων (π.χ. η χειροποίητη λύρα στην Κρήτη και τον Πόντο) επιβιώνουν μόνο μέσα από λίγους, ηλικιωμένους τεχνίτες. Το ίδιο ισχύει και για παραδοσιακές τεχνικές ζυμώματος ψωμιού ή παρασκευής τοπικών ποτών, οι οποίες συχνά δεν έχουν καταγραφεί με λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να εξαφανιστούν.
Ας φανταστούμε έναν χρήστη ενός chat app κάποιες δεκαετίες από τώρα να βλέπει ένα δημιούργημα τέτοιων τεχνικών και να προσπαθεί να το αναπαράξει. Αν τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν πρόσβαση στο «πώς φτιάχνεται» κάτι, πώς λέγονται τα κατάλληλα εργαλεία ή οι κατάλληλες πρώτες ύλες, δεν θα έχουν τρόπο να το συνθέσουν και να καθοδηγήσουν την αναδημιουργία του.
Ας έχουμε υπ’ όψιν ακόμη ότι τα τρέχοντα μοντέλα είναι εξαιρετικά στο να βγάζουν από τη μύγα ξύγκι και στο να ξανασερβίρουν χαμηλής ποιότητας πληροφόρηση ως επιστημονική γνώση. Κοινώς, δεν αρκεί να υπάρχει κάποιο περιεχόμενο για ένα θέμα – ειδικά σε μια γλώσσα περίπλοκη όπως η ελληνική- αλλά θα πρέπει να είναι υψηλής ποιότητας και «κάλυψης» επίσης.
Τέτοιες ελλείψεις δεν αφορούν μόνο θέματα καθαρά λαογραφικού, αλλά και ευρύτερα ιστορικού ενδιαφέροντος: παρακολουθήσαμε πρόσφατα τη σειρά ομιλιών από το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη με θέμα “Από το τυπογραφείο στη Βιβλιοθήκη: Άνθρωποι και ιστορίες πίσω από την παραγωγή του βιβλίου” (μπορείτε να τις παρακολουθήσετε και εδώ). Εντυπωσιαστήκαμε από το πόσες ιστορίες και αφηγήσεις υπάρχουν για ένα θέμα σε σύγχρονης ιστορία.
Ψάχνοντας διαδικτυακά όμως βρήκαμε σχετικά λίγες πηγές, για ένα θέμα που είναι μεν φαινομενικά πολύ εξεζητημένο από τη μία, ταυτόχρονα όμως και τόσο καίριο για το πώς διαμορφώθηκε η πολιτιστική και ιστορική μας κληρονομιά.
Αλλάζει ο τρόπος απόκτησης γνώσεων
Θα αντιτείνει κάποιος – και εύλογα – πως υποτιμούμε τη δύναμη της προφορικής παράδοσης. Πράγματι στους ανθρώπους αρέσουν οι ιστορίες και υπάρχουν ιστορίες που επιβίωσαν χιλιάδες χρόνια χάρη στην προφορική μεταφορά. Αυτό όμως γινόταν πάντα στο πλαίσιο μια κοινότητας. Οι θρύλοι, τα παραμύθια, οι παροιμίες αποκτούν περισσότερη αξία όταν μεταφέρονται μέσα σε ένα κοινωνικό – κοινοτικό πλαίσιο.
Σήμερα όμως, όπως η κοινοτική εμπειρία έχει αλλάξει ριζικά σε σύγκριση με το παρελθόν, το ίδιο συμβαίνει και με τον τρόπο απόκτησης γνώσεων. Οι άνθρωποι δεν συνδέονται πλέον αποκλειστικά μέσα από φυσικές συναντήσεις, όπως πανηγύρια, γιορτές ή οικογενειακές συγκεντρώσεις, αλλά μέσα από διαδικτυακές κοινότητες και ψηφιακές αλληλεπιδράσεις. Αντίστοιχα, η γνώση δεν μεταδίδεται όπως παλιά—οι άνθρωποι ρωτούν (και θα ρωτούν) chat apps στοχευμένα, αναζητώντας άμεσες και συγκεκριμένες απαντήσεις.
Οι λαϊκές γνώσεις και παραδόσεις, που άλλοτε περνούσαν από γενιά σε γενιά μέσω προφορικής αφήγησης, της μαθητείας και της γραπτής καταγραφής, κινδυνεύουν να χαθούν αν δεν ενσωματωθούν και δεν μετουσιωθούν ως ψηφιακά δεδομένα διαθέσιμα προς εκπαίδευση μοντέλων. Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά αναγκαιότητα, αν θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή τη συλλογική μας μνήμη.
* Ο Φλόρεντς Τσελάι είναι μηχανικός δεδομένων – tselai.com