Το σοκ της δικαστικής καταδίκης της Μαρίν Λεπέν και του αποκλεισμού της από τις προεδρικές κάλπες δεν δονεί μόνον τη Γαλλία και δεν αφορά απλώς τις τύχες μιας πολιτικής ελίτ εντός και πέριξ των Ηλυσίων.
Διαχέεται σε όλη την Ευρώπη και κλονίζει τις παραδοσιακές, και αποδυναμωμένες, πολιτικές δυνάμεις για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο προφανής: το δικαστικό φρένο μπορεί πολύ εύκολα να γίνει μπούμερανγκ – να δώσει ηρωικά χαρακτηριστικά στη Λεπέν και αντί να φρενάρει, να φουσκώσει ακόμη περισσότερο τον αέρα στα πανιά της ακροδεξιάς, στέλνοντάς την θριαμβεύτρια στην Προεδρία της Γαλλίας, είτε με τον Μπαρντελά είτε με τον όποιον άλλο νεόκοπο αστέρα τραμπικής κοπής.
Ο δεύτερος λόγος συνοψίζεται σε ένα δίλημμα έως και υπαρξιακό: εάν μπορεί, κι εάν δικαιούται, η Δημοκρατία να αυτοθωρακίζεται υιοθετώντας πρακτικές αποκλεισμού και αυταρχισμού.
Με έξι από τις 27 κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης και της Ιταλίας, να έχουν ήδη στους κόλπους τους ακροδεξιά κόμματα, οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Και μπορεί να γίνουν και τρομακτικές εάν συνυπολογιστούν οι βαθιές αλλαγές στην κοινωνία της Γαλλίας, τη μήτρα όλων των σύγχρονων πολιτικών ρευμάτων στην Ευρώπη: πριν καν την καταδίκη της Λεπέν οι εκεί δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι μόνον το 25% του γαλλικού εκλογικού σώματος δήλωνε εμπιστοσύνη στον θεσμό του προέδρου. Και το 50%, ο ένας στους δύο Γάλλους, χαρακτήριζε «αργό» και «αναποτελεσματικό» το ίδιο το πολίτευμα της Δημοκρατίας.
Τούτων δοθέντων, ο Σαλβίνι, ο Όρμπαν και οι υπόλοιποι ακροδεξιοί σύμμαχοι της Λεπέν που κατήγγειλαν ως αντιδημοκρατικό το δικαστικό μπλόκο απλώς είδαν φως και μπήκαν. Παρομοίως, και ο Πούτιν βρήκε την ευκαιρία να τρολάρει τη Δύση, καταγγέλλοντας «παραβίαση κάθε δημοκρατικής νόρμας».
Δεν ήταν μόνοι τους όμως. Ο Ζακ Αταλί, ο παλαιός σύμβουλος του Μιτεράν, ήταν ο πρώτος που είπε ότι τις πολιτικές ηγεσίες δεν τις ορίζουν τα δικαστήρια αλλά η λαϊκή ψήφος και ζήτησε να αλλάξει ο νόμος. Ανάλογη ήταν η θέση και του υπουργού Δικαιοσύνης Ζεράλ Νταρμαμέν, του πρώην ηγέτη των Ρεπουμπλικάνων Ερίκ Σιοτί, αλλά και του επικεφαλής της γαλλικής αριστεράς, της «Ανυπότακτης Γαλλίας», Ζαν Λικ Μελανσόν. Η νίκη επί της ακροδεξιάς, διαμήνυσε ο Μελανσόν, δεν μπορεί να κηρυχθεί με δικαστικές αποφάσεις, η μάχη «πρέπει να επιστρέψει στον λαό».
Είναι μια μάχη που δύσκολα θα κερδηθεί, αλλά είναι σίγουρα η μάχη που πρέπει να δοθεί.