Την εκτίμηση ότι η οικονομική ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ παραμένει εύθραυστη εξέφρασε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, την οποία δημοσίευσε σήμερα, Τετάρτη.
Η ΕΚΤ κάνει λόγο για ασταθές περιβάλλον, με φόντο τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις ανησυχίες για τις προοπτικές του παγκόσμιου εμπορίου.
Προειδοποιεί, δε, πως οι υψηλές αποτιμήσεις, σε συνδυασμό με τους γενικότερους κινδύνους, καθιστούν τις αγορές πιο ευάλωτες σε ξαφνικές διορθώσεις.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η αδυναμία αντιμετώπισης του πιστωτικού κινδύνου σε ορισμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξασθένηση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών, εάν επιβεβαιωθεί τελικώς το αρνητικό σενάριο για την ανάπτυξη.
Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΚΤ, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν αποδειχθεί ανθεκτικές, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό.
Financial stability vulnerabilities remain elevated in an environment of heightened geopolitical and policy uncertainty and rising global trade tensions, our Financial Stability Review finds.
— European Central Bank (@ecb) November 20, 2024
«Καμπανάκι» για το δημόσιο χρέος
H Έκθεση τονίζει ότι παρά τη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μετά την εκτίναξη κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα δημοσιονομικά θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν αδύναμα σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ. Το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται, καθώς το χρέος που λήγει μετακυλίεται με επιτόκια υψηλότερα από εκείνα του ανεξόφλητου χρέους.
Τα αυξημένα επίπεδα χρέους και τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, σε συνδυασμό με τις αδύναμες μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και την αβεβαιότητα της πολιτικής, αυξάνουν τον κίνδυνο ότι η δημοσιονομική εκτροπή θα αναζωπυρώσει τις ανησυχίες της αγοράς για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, επισημαίνει η ΕΚΤ.
Σημειώνει, δε, ότι το υψηλό κόστος δανεισμού και οι αδύναμες προοπτικές ανάπτυξης εξακολουθούν να επιβαρύνουν τους εταιρικούς ισολογισμούς, με τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ να αναφέρουν μείωση των κερδών τους λόγω των υψηλών πληρωμών τόκων.
Οι προοπτικές για τις αγορές ακινήτων είναι μικτές, με τις τιμές των κατοικιών να σταθεροποιούνται, ενώ οι αγορές εμπορικών ακινήτων εξακολουθούν να είναι πιεσμένες λόγω των προκλήσεων που θέτουν η εξ’ αποστάσεως εργασία και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Τα νοικοκυριά, αντίθετα, επωφελούνται από την ισχυρή αγορά εργασίας και έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους αυξάνοντας τις αποταμιεύσεις και μειώνοντας το χρέος, σύμφωνα με την ΕΚΤ.
Αν και η συνολική αύξηση των πιστωτικών κινδύνων είναι μέχρι στιγμής σταδιακή, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πιέσεις εάν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί περισσότερο από ό,τι αναμένεται επί του παρόντος, γεγονός που θα μπορούσε, με τη σειρά του, να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών, επισημαίνει η ΕΚΤ.
Οι ζημίες από τα ανοίγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων σε εμπορικά ακίνητα, όπως εκτιμά η ΕΚΤ, κινδυνεύουν να αυξηθούν περαιτέρω και θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για μεμονωμένες τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια. Συνολικά, ωστόσο, η ικανότητα των τραπεζών να απορροφήσουν περαιτέρω επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού εξακολουθεί να υποστηρίζεται από τα υψηλά επίπεδα κερδοφορίας και τα ισχυρά αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας, σημειώνει η ΕΚΤ στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.