Συνθήκες απόλυτου πανικού επικρατούν στη Wall Street κατά την τελευταία συνεδρίαση μίας εβδομάδας, που στιγματίστηκε από την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλλει τους πιο σκληρούς δασμούς από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Με τους οικονομολόγους, αλλά και τη Federal Reserve, να προειδοποιούν πως η επιστροφή σε εμπορικές πρακτικές του προπερασμένου αιώνα όχι μόνο δεν θα τονώσουν οικονομία και απασχόληση, αλλά φαίνεται να οδηγούν με φόρα σε ένα εκρηκτικό μείγμα υψηλού πληθωρισμού και ύφεσης, οι επενδυτές εγκαταλείπουν το ρίσκο. Ο Μοχάμεντ Ελ Εριάν της Allianz προσδιορίζει τις πιθανότητες της ύφεσης στο 50%, ενώ η JPMorgan Chase τις ανεβάζει στο 60%.
Οι ρευστοποιήσεις των δύο τελευταίων ημερών ξυπνούν μνήμες από την άνοιξη του 2020, όταν ο Covid -19 έβαζε σε «καραντίνα» όλο τον πλανήτη ή και από το φθινόπωρο του 2008, όταν η κατάρρευση της Lehman Brothers σηματοδοτούσε την έναρξη της παγκόσμιας πιστωτικής ασφυξίας.
Bear market ενόψει
Ο δείκτης Dow Jones Industrial Average με τα 30 βαριά χαρτιά της Wall Street καταγράφει απώλειες της τάξης των 2.100 μονάδων ή 5,1%, στην πιο επώδυνη συνεδρίαση από τον Ιούνιο του 2020. Είχε προηγηθεί πτώση 1.679,39 μονάδων την Πέμπτη. Πλέον απέχει 14% από τα ιστορικά υψηλά επίπεδα και δεν αποκλείεται πολύ σύντομα να τον δούμε στο -20%, δηλαδή και επισήμως σε bear market.
Ο δείκτης S&P 500, o πλέον αντιπροσωπευτικός της αμερικανικής αγοράς, κατρακυλά 5,6%, ύστερα από απώλειες 4,84% την Πέμπτη. Βρίσκεται έτσι 17% χαμηλότερα από το πρόσφατο υψηλό του.
Σφυροκόπημα και για τις εταιρείες τεχνολογίας, με τον Nasdaq να υποχωρεί 5,4%. Ο συγκεκριμένος δείκτης έχει ήδη εισέλθει σε bear market, αφού πλέον απέχει 22% από το ρεκόρ του Δεκεμβρίου.
Οι τεχνολογικές στο στόχαστρο ελέω Κίνας
Το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι θα επιβάλει δασμούς ύψους 34% σε όλα τα αμερικανικά προϊόντα. Αν και ο Τραμπ έκανε λόγο για κίνηση πανικού εκ μέρους του Πεκίνου, ήταν οι επενδυτές εκείνοι που πανικοβλήθηκαν. Και τούτο γιατί πίστευαν πως οι χώρες θα διαπραγματεύονταν με τον Τραμπ πριν προβούν σε αντίποινα.
Οι μετοχές τεχνολογίας ηγήθηκαν της «αιμορραγίας» την Παρασκευή. Οι μετοχές της Apple, κατασκευάστριας του iPhone, υποχωρούν κατά 7%, με τις εβδομαδιαίες απώλειες να φτάνουν έτσι στο 13%. Η Nvidia, σημείο αναφοράς στην τεχνητή νοημοσύνη, σημειώνει πτώση 8%, ενώ η Tesla κάνει βουτιά 10%. Και οι τρεις εταιρείες έχουν μεγάλη έκθεση στην Κίνα και συγκαταλέγονται στις πλέον πληγείσες από τους δασμούς-αντίποινα του Πεκίνου.
Sell off και στην Ευρώπη
Μαζικές ήταν οι ρευστοποιήσεις νωρίτερα και στις ευρωπαϊκές αγορές, με τις τράπεζες να δέχονται το ισχυρότερο πλήγμα.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 βυθίστηκε 5,12% με τις απώλειες του τραπεζικού κλάδου να υπερβαίνουν το 7%.
Στο Λονδίνο ο FTSE 100 σημείωσε πτώση 4,95% όσο και ο Dax στη Φρανκφούρτη.
Με απώλειες 4,26% ολοκληρώθηκε η συνεδρίαση για τον CAC 40 στο Παρίσι, ενώ εικόνα κατάρρευσης είχαμε στο Μιλάνο, με τον FTSE MIB να κάνει βουτιά 6,53%.
Είναι προφανές ότι οι επενδυτές στην ιταλική αγορά είναι σε απόλυτο σοκ, αφού πίστευαν ότι οι καλές σχέσεις της Τζόρτζια Μελόνι με την κυβέρνηση Τραμπ θα εξασφάλιζαν εξαιρέσεις σε βασικά ιταλικά προϊόντα από τους δασμούς. Αυτό βεβαίως δεν συνέβη. Άλλωστε η Ιταλία είναι η χώρα της ΕΕ με το τρίτο υψηλότερο πλενόνασμα έναντι των ΗΠΑ, μετά τις Ιρλανδία και Γερμανία.
Μίνι κραχ και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με τις ανησυχίες για τους εμπορικούς δασμούς να προκαλούν sell off άνω του -4,8%. Στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις έχουν χαθεί 7 δισ. ευρώ από την κεφαλαιοποίηση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς.
Γιατί προκάλεσε τόσο μεγάλο σοκ ο Τραμπ
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της απόφασης του Τραμπ να ανατρέψει τα πάντα στο παγκόσμιο εμπόριο και την οικονομική συγκυρία να είναι η χρονική συγκυρία, σχολιάζει η Wall Street Journal.
Η οικονομία που κληρονόμησε ήταν αντικείμενο φθόνου σε όλο τον κόσμο: παρουσίασε ανάπτυξη 2,8% πέρυσι – ταχύτερη από σχεδόν κάθε άλλη μεγάλη ανεπτυγμένη οικονομία, με ποσοστό ανεργίας μόλις 4,1% και πληθωρισμό στο 2,8%.
Οι χρηματιστηριακοί δείκτες κάλπαζαν από ρεκόρ σε ρεκόρ και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τους σταματήσει.
Η Wall Street υπέθετε ότι ο Τραμπ θα δώσει προτεραιότητα σε φιλοαναπτυξιακές πολιτικές, όπως μειώσεις φόρων και απελευθέρωση της αγοράς, ενώ θα καθυστερούσε ή θα έριχνε νερό στο κρασί του στο μέτωπο των δασμών – όπως έκανε και στην πρώτη του θητεία.
Αντίθετα, ο Τραμπ αποφάσισε να εφαρμόσει θεραπεία-σοκ άμεσα. Υποστήριξε ότι η οικονομία είναι ένας ασθενής που χρειάζεται φάρμακο τώρα όσο πικρό και εάν αυτό όσο πόνο και εάν προκαλεί.
«Ο ΑΣΘΕΝΗΣ ΕΠΕΖΗΣΕ ΚΑΙ ΑΝΑΡΡΩΝΕΙ. Η ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Ο ΑΣΘΕΝΗΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟΣ, ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΣ ΑΠΟ ΠΟΤΕ», έγραψε την Πέμπτη στα κοινωνικά δίκτυα.
Μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου
Είναι πια απολύτως αντιληπτό ότι για εκείνον οι δασμοί είναι θέμα ιδεολογίας πρωτίστως και όχι οικονομικής λογικής.
Τους βλέπει ως μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου, που περιλαμβάνει αυστηρότερο έλεγχο συνόρων, χαμηλότερους φόρους και λιγότερους κανονισμούς, με στόχο μια πιο αυτάρκη οικονομία: μια οικονομία όπου οι Αμερικανοί θα παράγουν περισσότερα και θα εισάγουν λιγότερα, λιγότερες θέσεις εργασίας θα καταλαμβάνονται από μετανάστες χωρίς έγγραφα, ο ιδιωτικός τομέας θα λειτουργεί με μεγαλύτερη ελευθερία και το κράτος θα έχει μικρότερη παρέμβαση.
Σε αυτή την οικονομία, «Κατασκευάζουμε πολλά περισσότερα πράγματα στην Αμερική — προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, αμυντικά αγαθά, αυτοκίνητα — σε όλο το βιομηχανικό φάσμα», δήλωσε ο Στίβεν Μίραν, πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Τραμπ. Λιγότεροι κανονισμοί και φόροι θα κάνουν «την παραγωγή στην Αμερική πιο γρήγορη και ευέλικτη».
Οικογένειες και κοινότητες που εγκαταλείφθηκαν από την αποβιομηχάνιση θα επωφεληθούν, πρόσθεσε ο Μίραν. «Αν δημιουργήσεις καλές δουλειές για τους ανθρώπους, τους είναι πιο εύκολο να φτιάξουν οικογένεια, να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, να βρουν σπίτι και να αντεπεξέλθουν στο κόστος ανατροφής των παιδιών».
Το πρόβλημα; Οι δασμοί θα πυροδοτήσουν ένα νέο κύμα ακρίβειας (η ακρίβεια ήταν το μεγαλύτερο στοιχείο δυσφορίας απέναντι στην κυβέρνηση Μπάιντεν), και θα πατήσουν φρένο στην ανάπτυξη. Το εάν μπορούν να αναστήσουν κάποια στιγμή την αμερικανική μεταποίηση αναγκάζοντας ικανό αριθμό ξένων εργοστασίων να «μεταναστεύσουν» σε αμερικανικό έδαφος, θα φανεί εν καιρώ.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι πάντως αμφιβάλλουν, εξηγώντας πως η μεταφορά παραγωγής σε μία χώρα όπως οι ΗΠΑ είναι «ακριβό σπορ».
Διαβάστε ακόμη: