Ελεύθερο πεδίο για να… μεγαλουργήσει φαίνεται ότι έχει το Χρηματιστήριο Αθηνών, με την 8η Απριλίου να αποτελεί τον επόμενο σταθμό σε μια μακρά διαδρομή, η οποία ξεκίνησε το 2023 και έχει ως τελικό προορισμό την επιστροφή στην «ελίτ», δηλαδή στις Αναπτυγμένες Αγορές.
Η ενδιάμεση αξιολόγηση του FTSE Russell εκτιμάται ότι μπορεί να φέρει ακόμη πιο κοντά την πολυπόθητη αναβάθμιση, ενόσω μην ξεχνάμε ότι εκκρεμεί και η ετυμηγορία του MSCI, ο οποίος αποτελεί τον μεγάλο στόχο της ΕΧΑΕ.
Όλα αυτά έχουν ξεκάθαρο αντίκτυπο στο ταμπλό του Χ.Α, καθώς η εκτόξευση του Γενικού Δείκτη στα καλύτερα επίπεδα από το 2010 (1.726 μονάδες), η αναρρίχηση της συνολική κεφαλαιοποίησης στις «κορυφές» του 2008 (119,8 δισ. ευρώ), αλλά και η θεαματική αύξηση των ημερήσιων συναλλαγών του Μαρτίου (249 εκατ. ευρώ ο μέσος όρος) μαρτυρούν ότι οι επενδυτές αφενός αρχίζουν να «ποντάρουν» στο αισιόδοξο αφήγημα, αφετέρου δείχνουν να εμπιστεύονται τη χώρα για πρώτη φορά έπειτα από αρκετά χρόνια.
Ο δρόμος προς το club των «μεγάλων»
Σ΄ αυτή τη μακρά και δύσβατη διαδρομή για την αποκατάσταση των προοπτικών της εγχώριας αγοράς, η οποία έβαλε γερά θεμέλια το 2023 με τις πρώτες αναβαθμίσεις της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα από τους λιγότερο σημαντικούς οίκους αξιολόγησης, ένα από τα επόμενα βασικά περάσματα είναι η 8η Απριλίου, ημέρα κατά την οποία ο FTSE Russell θα δημοσιεύσει το ενδιάμεσο report για την πιθανή μετάταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου από τις Αναδυόμενες στις Αναπτυγμένες Αγορές. Ο συγκεκριμένος πάροχος, ο οποίος είναι ένας από τους τρεις παγκοσμίως (S&P και MSCI οι άλλοι δύο), έχει τοποθετήσει το Χ.Α. σε λίστα παρακολούθησης (watch-list) από το φθινόπωρο του 2024.
Μέχρι πρότινος, το βασικό εμπόδιο, το οποίο δεν επέτρεπε στον FTSE Russell να κάνει το επόμενο βήμα, ήταν το αγκάθι της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Κι αυτό, διότι ο πάροχος αφενός λαμβάνει υπόψη τη χαμηλότερη αξιολόγηση από τους τρεις μεγαλύτερους οίκους, η οποία έως και τη 14η Μαρτίου ήταν αυτή του Moody’s (Βa1), αφετέρου θέτει ως προϋπόθεση για την αναβάθμιση την ύπαρξη επενδυτικής βαθμίδας με outlook είτε θετικό είτε σταθερό.
Από τη στιγμή που ο Moody’s έκανε το… χρέος του και έφερε την ελληνική αξιολόγηση στο Investment Grade, ο FTSE Russell έχει ελεύθερο πεδίο, προκειμένου εντός του 2025 να οδηγήσει το Χρηματιστήριο Αθηνών στην ομάδα των Αναπτυγμένων Αγορών, εξαλείφοντας το «κενό» σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα χρηματιστήρια της ζώνης του ευρώ (το Χ.Α. είναι το μοναδικό που ανήκει στις Αναδυόμενες και όχι στις Αναπτυγμένες Αγορές). Και το πρώτο βήμα προς αυτόν τον στόχο είναι η ενδιάμεση αξιολόγηση της 8ης Απριλίου, για την οποία απαιτείται μια θετική εξέλιξη.
Υπενθυμίζεται ότι από το φθινόπωρο του 2024, το ελληνικό χρηματιστήριο, με βάση τον FTSE, ήδη πληρούσε τα 22 κριτήρια ποιότητας των αγορών, τις ελάχιστες απαιτήσεις κεφαλαιοποίησης, αλλά και το ελάχιστο κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημα. Μετά το «τσεκ» και στον τομέα της πιστοληπτικής ικανότητας, ο δρόμος προς την πολυπόθητη αναβάθμιση φαίνεται ότι είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.
Σε κινητικότητα ο Νίκος Βαρδινογιάννης – Γιατί έχει πουλήσει το 13% των μετοχών της Real Consulting
Βέβαια, μην ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο στοίχημα της Λεωφόρου Αθηνών αφορά τον MSCI, δηλαδή το Νο.1 από τους τρεις παγκόσμιους παρόχους, δεδομένου ότι ακολουθείται από το 70% των παθητικών funds. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαδικασία είναι σαφώς πιο πίσω, με τον MSCI να έχει διαφορετικά κριτήρια ταξινόμησης, τα οποία μέχρι στιγμής δεν έχουν επιτρέψει στο Χ.Α. να προστεθεί στην περιβόητη λίστα παρακολούθησης. Η διοίκηση της ΕΧΑΕ, ωστόσο, έχει ως βασική επιδίωξη αυτό να λάβει χώρα εντός του 2025, ενόσω φυσικά εκκρεμεί και η απόφαση του S&P, ο οποίος έχει ήδη θέσει το Χ.Α. σε watch-list.
Τα συν και τα πλην
Οποιαδήποτε θετική εξέλιξη στο μέτωπο της προσπάθειας για επαναφορά στις Αναπτυγμένες Αγορές αποκωδικοποιείται ως ένα θετικό βήμα για το Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς θα «ξεκλειδώσει» την πρόσβαση σε μια «δεξαμενή» κεφαλαίων κυρίως παθητικών funds (δηλαδή αυτών που ακολουθούν παθητικά συγκεκριμένους δείκτες), αξίας άνω των 12-15 τρισ. δολαρίων, τα οποία επενδύονται αποκλειστικά σε μετοχές των Αναπτυγμένων Αγορών. Το αντίστοιχο ποσό στις Αναδυόμενες Αγορές ανέρχεται σε 2-3 τρισ. δολάρια. Επομένως, μιλάμε για μια τεράστια διαφορά ως προς τις δυνατότητες αξιοποίησης. Την ίδια στιγμή, φυσικά, στα θετικά συγκαταλέγεται αφενός η ποιότητα των κεφαλαίων, καθώς πρόκειται για επενδύσεις με πιο μακροπρόθεσμο προσανατολισμό, αφετέρου η ενίσχυση της ρευστότητας και του ημερήσιου τζίρου. Επίσης υπάρχει και το ζήτημα του πρεστίζ, καθώς όπως προαναφέρθηκε το ελληνικό χρηματιστήριο είναι το μοναδικό της Ευρωζώνης, το οποίο βρίσκεται στην κατηγορία των Αναδυόμενων Αγορών. Μια επαναφορά στην κανονικότητα, αναμφίβολα, θα σηματοδοτούσε το οριστικό κλείσιμο της εποχής της μεγάλης οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του ’10.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ο αντίλογος, όπως για παράδειγμα εκφέρεται από την JP Morgan, η οποία θέτει το γνωστό δίλημμα «πρώτος στο χωριό ή τελευταίος στην πόλη». Μια πιθανή αναβάθμιση στις Αναπτυγμένες Αγορές, σύμφωνα με το σκεπτικό της αμερικανικής τράπεζας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκροές κεφαλαίων, εξαιτίας των μεγάλων αλλαγών στις σταθμίσεις των ελληνικών μετοχών. Μάλιστα, εξηγεί ότι η Ελλάδα θα αποτελούσε τη μικρότερη αγορά του MSCI Europe, με ελάχιστους τίτλους να καταφέρνουν να ενταχθούν στους δείκτες των Αναπτυγμένων Αγορών σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις Αναδυόμενες Αγορές, όπου η χώρα αποτελεί μια υπολογίσιμη δύναμη.
Σε κάθε περίπτωση, η παραπάνω άποψη προς το παρόν έχει μειοψηφική τάση ανάμεσα στους αναλυτές, η πλειονότητα των οποίων εξακολουθεί να θεωρεί την αναβάθμιση ως έναν θετικό καταλύτη για το ελληνικό χρηματιστήριο, ο οποίος δεν πρέπει να χάσει την ευκαιρία να αλλάξει… πίστα.
Το φετινό ράλι
Σαφή ένδειξη των ευοίωνων προοπτικών της ελληνικής αγοράς φαίνεται ότι συνιστά το φετινό εν εξελίξει ράλι, το οποίο ξεπερνά το +17% για τον Γενικό Δείκτη και το +31% για τον Τραπεζικό Δείκτη. Οι ειδικοί δεν αποκλείουν το «σπριντ» του Χ.Α. να σχετίζεται με την προοπτική των Αναπτυγμένων Αγορών, καθώς είναι γνωστό ότι οι traders… αγοράζουν στη φήμη και πουλούν στο γεγονός (buy the rumor, sell the fact). Ξένα funds, εδώ και αρκετές εβδομάδες, συρρέουν στη Λεωφόρο Αθηνών κι αποκτούν σημαντική θέση, αξιοποιώντας τις ελκυστικές αποτιμήσεις πολλών εκ των «βαριών» χαρτιών της Αθήνας, με κορωνίδα όλων τις μετοχές του χρηματοπιστωτικού κλάδου.
Άλλωστε, παρότι η ελληνική αγορά διανύει την 5η συνεχόμενη κερδοφόρα χρονιά (αθροιστική άνοδο +113% για τον Γενικό Δείκτη και +225% για τις Τράπεζες), υπάρχουν δεκάδες μετοχές, οι οποίες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με σημαντικό discount έναντι των ομοειδών στο εξωτερικό. Μια ματιά στους περιβόητους δείκτες P/E (Price to Earnings) και P/BV (Price to Book Value) είναι απολύτως ενδεικτική, με τις εκτιμήσεις να δείχνουν το Χ.Α. να «παίζει» για το 2025 με P/E μόλις στο 10x και P/BV στο 1,5x. Την ίδια στιγμή, ο DAX στη Φρανκφούρτη και ο CAC 40 στο Παρίσι έχουν P/E άνω του 16x, ενώ ακόμη και ο IBEX στη Μαδρίτη έχει P/E στο 11,2x και ο FTSE MIB στο Μιλάνο βλέπει το P/E στο 10,5x
Όλα αυτά έρχονται να «κουμπώσουν» στα «δυναμικά» θεμελιώδη μεγέθη, με την ετήσια κερδοφορία του προηγούμενου 12μήνου ήδη να ξεπερνά τα 9,1 δισ. ευρώ, θέτοντας τις βάσεις για την προσέγγιση του ιστορικού ρεκόρ του 2007 (11,3 δισ. ευρώ). Την ίδια στιγμή, οι διανομές μερισμάτων προβλέπεται να φθάσουν στα 5 δισ. ευρώ, κάτι το οποίο εφόσον επιβεβαιωθεί στην πράξη θα σηματοδοτήσει την επίτευξη ρεκόρ 18ετίας.
Μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε τα ισχυρά μακροοικονομικά στοιχεία, τα οποία εξασφαλίζουν μια σταθερή ανάπτυξη της οικονομίας κατά τουλάχιστον +2% ετησίως, συνεχίζοντας την υπερ-απόδοση έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης κι ανοίγοντας την όρεξη των εισηγμένων για επιχειρηματικά deals. Το α’ τρίμηνο λέει πολλά γι’ αυτό το τελευταίο, καθώς η αγορά έχει ήδη καταστεί μάρτυρας σημαντικών συμφωνιών, όπως η νέα επένδυση του Fairfax στη Metlen, η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής από την Πειραιώς κ.α.
Κάπως έτσι, λοιπόν, ο Γενικός Δείκτης βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα από τον Αύγουστο του 2010, ενώ η κεφαλαιοποίηση της αγοράς απέχει ελάχιστα από το ψυχολογικό όριο των 120 δισ. ευρώ, το οποίο αποτελεί το καλύτερο σημείο από τον Αύγουστο του 2008. Όλα δείχνουν ότι το χρηματιστήριο είναι έτοιμο να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο της πολυετούς κρίσης, αφήνοντας τον χρόνο να επουλώσει και τις εναπομείνασες πληγές.
Έκρηξη τζίρου και… νέοι κωδικοί
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και ορισμένα επιπλέον ποιοτικά χαρακτηριστικά του Χρηματιστηρίου Αθηνών, όπως είναι για παράδειγμα ο ημερήσιος τζίρος των συναλλαγών, ο οποίος έχει αλλάξει… επίπεδο, σε ακόμη μία ένδειξη της εμπιστοσύνης των ξένων προς τις προοπτικές των ελληνικών μετοχών.
Στο α’ δίμηνο του 2025 ο μέσος όρος της αξίας των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 155 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο κατά +11% σε σχέση με τον μέσο όρο του 2024 (139 εκατ. ευρώ) αλλά και κατά +35% σε σχέση με τον μέσο όρο του περσινού διμήνου Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου (114 εκατ. ευρώ).
Τα πράγματα, όμως, δείχνουν ακόμη καλύτερα μέσα στον Μάρτιο, μήνας κατά τη διάρκεια του οποίου ήρθε και η απογείωση του Γενικού Δείκτη χάρη κυρίως στην αναβάθμιση του Moody’s και στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Από τις 15 συνεδριάσεις, ο τζίρος μόλις τέσσερις φορές δεν ξεπέρασε το όριο των 200 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της 17ης Μαρτίου, όταν έλαβε το περίφημο black-out της ΕΧΑΕ.
Κάπως έτσι, ο μέσος όρος του Μαρτίου εκτοξεύεται σε περισσότερα από 249 εκατ. ευρώ -ένα νούμερο που θυμίζει την προ κρίσης περίοδο, όταν το Χ.Α. συγκαταλεγόταν στις Αναπτυγμένες Αγορές. Μάλιστα, μόλις την προηγούμενη Παρασκευή (21 Μαρτίου) σημειώθηκε το πολυετές ρεκόρ των 462 εκατ. ευρώ.
Όλα αυτά, εύλογα, έχουν αντίκτυπο και στο ενδιαφέρον των Ελλήνων επενδυτών απέναντι στο Χρηματιστήριο. Τους τελευταίους μήνες παρατηρείται μια σταθερά αυξητική τάση στον αριθμό των ενεργών κωδικών. Τα στοιχεία του Φεβρουαρίου δείχνουν ότι οι ενεργές μερίδες φθάνουν στις 26.589, την ίδια στιγμή που τον Ιανουάριο του 2025 ανέρχονταν σε 23.566 και τον Δεκέμβριο του 2024 κυμαίνονταν σε 21.142. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο αριθμός των νέων κωδικών, ο οποίος τον Φεβρουάριο διαμορφώθηκε σε 1.652 και τον Ιανουάριο ανήλθε σε 2.617 έναντι 1.288 τον Δεκέμβριο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τη σχεδόν χρεοκοπία του 2015 έως και την πανδημία του κορωνοϊου ο αριθμός των νέων κωδικών σπανίως ξεπερνούσε τις 1.000 σε μηνιαίο επίπεδο, οδηγώντας σε μια τεράστια φυγή επενδυτών από το ελληνικό χρηματιστήριο, η οποία ευτυχώς έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Φυσικά απαιτείται και συνέχεια, καθώς μην ξεχνάμε ότι μέχρι και το 2010 τα μηνιαία νούμερα ήταν σταθερά άνω των 2.000 – 3.000. Αλλά το νερό φαίνεται ότι έχει ήδη μπει στο αυλάκι.
(Τα παραπάνω αποτελούν προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας και δεν συνιστούν προτροπή για αγορά, πώληση ή διακράτηση οποιασδήποτε μετοχής)