Skip to main content

Άννα Μιχελή: «…τίποτα δεν είναι τόσο απίστευτο, όσο μπορεί να φάνταζε κάποτε»

«Μετά το Τέλος» στο ΠΛΥΦΑ

© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Το ψυχολογικό θρίλερ του βραβευμένου Βρετανού συγγραφέα Ντένις Κέλι, «Μετά το Τέλος»,  ανεβαίνει στο ΠΛΥΦΑ, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Άννας Μιχελή· ερμηνεύουν οι Φοίβος Παπακώστας και  Κατερίνα Σπύρου [Κορυτσάς 39, Αθήνα].

Η Λουίζ και ο Μαρκ είναι συνάδελφοι. Μια πυρηνική έκρηξη τους οδήγησε σε ένα υπόγειο καταφύγιο όπου θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τα επίπεδα της ραδιενέργειας να πέσουν και να είναι ασφαλές να βγουν έξω.

Στον υποχρεωτικό εγκλεισμό, αναδύονται τα καλύτερα και τα χειρότερα ένστικτα τους. Μια σχέση οικειότητας, χειραγώγησης και κακοποίησης υφαίνεται μέσα στα λεπτά, τις ώρες, τις μέρες που περνάνε μαζί, απομονωμένοι από τον έξω κόσμο.

Πόσο από τον εαυτό τους αντέχουν να χάσουν; Ή μήπως να αποκαλύψουν;

Ένα ψυχολογικό θρίλερ για τα παιχνίδια εξουσίας που μπορούν να παίξουν οι άνθρωποι κάτω από ακραίες συνθήκες.

Η Άννα Μιχελή μίλησε μαζί μας.

Μεταφράσατε και σκηνοθετείτε το «Μετά το τέλος»· Τί σας γοήτευσε σ’ αυτό το έργο και το επιλέξατε;

«Το “Μετά το τέλος” είναι ένα εντυπωσιακά σύγχρονο έργο, αν και γράφτηκε πριν 20 χρόνια. Φωτίζει την έννοια του εαυτού και πώς αυτός διαμορφώνεται μέσα στον κόσμο, και τι σημαίνει να χάνουμε τις κοινωνικές μας ταυτότητες, ποιοι είμαστε ή μπορούμε να γίνουμε μέσα σε οριακές συνθήκες.

Τοποθετώντας αυτούς τους δυο ανθρώπους σε μια τέτοια οριακή συνθήκη, αναδεικνύει με έναν ανάγλυφο τρόπο πώς ξεκινάει η συγκεκαλυμένη κακοποίηση, η ηθική παρενόχληση -όπως την ονομάζει η Marie France Hirigoyen, και τί διαστάσεις μπορεί αυτή να πάρει».

Ο Κέλι είναι ιδιαίτερα αγαπητός στη χώρα μας και τα περισσότερα από τα έργα του που έχουν ανέβει, έχουν κάνει επιτυχία. Ποια χαρακτηριστικά της γραφής του πιστεύετε ότι τα κάνουν τόσο αγαπητά;

«Η γραφή του Κέλι είναι απόλυτα σύγχρονη με έναν τρόπο… διαχρονικό. Μιλάει στο τώρα αλλά συνεχίζει να είναι σύγχρονος, δέκα, είκοσι χρόνια αργότερα. Επίσης, είναι μάστερ του ρυθμού. Το “Μετά το τέλος” είναι σαν ρυθμική παρτιτούρα με ανάσες, σιωπές και καταιγιστικό ρυθμό σε στιγμές».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο είναι και προφητικό;   

«Ο Ντένις Κέλι έγραψε το “Μετά το τέλος” το 2005, τοποθετώντας δύο πρόσωπα σε μια συνθήκη εγκλεισμού, χωρίς πρόσβαση στον έξω κόσμο. Προφητικό απόλυτα ελπίζω να μην αποδειχθεί, καθώς η απομόνωση των ηρώων μέσα σε αυτό το παλιό καταφύγιο προκύπτει από μια πυρηνική τρομοκρατική επίθεση, όπως μας περιγράφεται. Παρόλα αυτά, όντως, μια συλλογική απειλή κατά της ζωής που μας εξαναγκάζει στον εγκλεισμό είναι δυστυχώς, λίγο ή πολύ, μια οικεία πλέον συνθήκη για όλους μας. Και, φοβάμαι πως, με όσα βλέπουμε να συμβαίνουν στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, τίποτα δεν είναι τόσο απίστευτο, όσο μπορεί να φάνταζε κάποτε».

Πιστεύετε ότι μετά το συλλογικό βίωμα της καραντίνας δουλεύετε και εσείς διαφορετικά πάνω σ’ αυτό το κείμενο;

«Δουλεύω, νομίζω, με άλλη κατανόηση των ψυχικών και συναισθηματικών επιπτώσεων που έχει μια τέτοια κατάσταση στους ανθρώπους. Οι σχέσεις στην καλύτερη περίπτωση δοκιμάζονται, στις χειρότερες βγαίνουν στην επιφάνεια όλες οι παθογένειές τους -όπως φάνηκε και στην περίοδο της καραντίνας. Το έργο τοποθετώντας αυτούς τους δύο ανθρώπους σε έναν μικρό χώρο από τον οποίο δεν μπορούν να φύγουν, αναδεικνύει όλες αυτές τις δυναμικές και φωτίζει τραύματα που μπορεί να φέρει μια τέτοια συνθήκη και σχέση».

Στον υποχρεωτικό εγκλεισμό των δύο ηρώων, αναδύονται τα καλύτερα και τα χειρότερα ένστικτά τους. Εσείς, ποια πιστεύετε ότι υπερίσχυσαν;

«Αυτή ιδανικά είναι μια ερώτηση που θέλουμε να θέσουμε στο κοινό που θα παρακολουθήσει την παράσταση! Προτιμώ να αφηγούμαι ιστορίες που θέτουν ερωτήματα και δεν δίνουν απαντήσεις, αφού πιστεύω ότι αυτή είναι η λειτουργία της τέχνης· να μας εμπλέκει, τόσο συναισθηματικά όσο και διανοητικά, και να μας εμπνέει να διερωτηθούμε και να αμφισβητήσουμε πράγματα. Σε αυτόν τον εγκλεισμό, ο Μαρκ και η Λουίζ αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο. Ένα από τα ερωτήματα που τίθενται, ίσως, στο έργο είναι ποιοι  είναι τελικά αυτοί οι δυο και κατ’ επέκταση ποιοι είμαστε εμείς· αυτά που πιστεύουμε, οι πράξεις μας, αυτά που μας συμβαίνουν;

Ποιος δάσκαλος, ποια δασκάλα  σας πιστεύετε ότι έχει επηρεάσει καθοριστικά την πορεία σας στο θέατρο;

«Όλοι και όλες  οι δάσκαλοι και δασκάλες μου με επηρέασαν με κάποιο τρόπο και έχω κάτι σημαντικό να θυμάμαι. Μια κουβέντα του Νίκου Καραγεώργου όταν σπούδαζα ακόμα ηθοποιός έβαλε ίσως τον πρώτο σπόρο μέσα μου να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία. Ο Δάνης Κατρανίδης, που πέθανε πρόσφατα και μας στάθηκε σαν θεατρικός γονιός, μου έμαθε την αξία της ομάδας. Ο Mark Bell στο Λονδίνο ένας επίσης χαρισματικός δάσκαλος, ηθοποιός και σκηνοθέτης μου άνοιξε έναν καινούριο κόσμο, αυτόν του σωματικού θεάτρου. Ο Mike Bradwell με πήρε υπό την καθοδήγησή του και η φιλία μου μαζί του με έφερε σε επαφή με ένα μεγάλο κομμάτι της βρετανικής δραματουργίας. Και, φυσικά, καθοριστική ήταν η δεκάχρονη στενή συνεργασία μου με τον Θωμά Μοσχόπουλο, που δίπλα του έμαθα πολλά και σημαντικά πράγματα, για την τέχνη του θέατρου και για το πώς θέλω να στέκομαι σε αυτή τη δουλειά αλλά και στη ζωή».

Παράλληλα με τη σκηνοθεσία εξασκείτε και το επάγγελμα της ψυχοθεραπεύτριας. Είναι λίγο σαν συγκοινωνούντα δοχεία αυτά τα δύο για εσάς;

«Μέσα στα χρόνια άρχισα να ανακαλύπτω όλο και περισσότερο πόσα κοινά μπορεί να έχει το θέατρο με την ψυχοθεραπεία, αλλά, κυρίως, παρατηρώ πως για μένα λειτουργούν συμπληρωματικά, αφού το θέατρο είναι ένας τόπος έκφρασης, πειραματισμού και ανακάλυψης και η ψυχοθεραπεία -αν και επίσης μια πολύ δημιουργική διαδικασία- ένας τόπος έκφρασης των άλλων ανθρώπων. Παρόλα αυτά, και στα δύο αυτά επαγγέλματα το “μαζί” και η παρουσία στο εδώ και τώρα είναι δομικά συστατικά για να εξελιχθούν και να ανθίσουν».

Ταυτότητα Παράστασης

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Άννα Μιχελή
Παίζουν: Φοίβος Παπακώστας, Κατερίνα Σπύρου
Σκηνικά: Γεωργία Νικολογιάννη
Κοστούμια: Αθηνά Ελευθερίου
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου
Βοηθός σκηνοθέτριας: Νικολέττα Μακρυνόρη
Φωτογραφίες: Χρήστος Κεδράς
Σχεδιασμός αφίσας: WoodGear
Τρέιλερ: Ελένη Μολφέτα
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Εισιτήρια: www.ticketmaster.gr